πέπρωται
•
- λόγιοείναι γραφτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πέπρωται < τρίτο πρόσωπο ενικού του αρχαίου υπερσυντέλικου πέπρωτο (< αμάρτυρο ρήμα με απαρέμφατο πορεῖν με αόριστο ἔπορον < *πόρω
Άλλοι τύποι
επέπρωτοπέπρωτο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →