πέραση
•
- το να έχεις επιτυχίες στην γνώμη των άλλων, το να "κερδίζεις" (να σχηματίζουν θετική - καλή γνώμη για σένα) τους άλλους Βικιλεξικό
- το να αρέσεις Βικιλεξικό
- το να είσαι αποδεκτός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πέραση < περνώ, πέρασ- + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πέραση | πέρασες |
| Γενική | πέρασης | — |
| Αιτιατική | πέραση | πέρασες |
| Κλητική | πέραση | πέρασες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →