πέρκα
•
- ψάρι με πτερύγια σε χρώμα πορτοκαλί ή κόκκινο, σώμα πεπιεσμένο στις πλευρές, οι οποίες είναι πράσινες με σκουρόχρωμες κάθετες ραβδώσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πέρκα < αρχαία ελληνική πέρκη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πέρκα | πέρκες |
| Γενική | πέρκας | περκών |
| Αιτιατική | πέρκα | πέρκες |
| Κλητική | πέρκα | πέρκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →