περσικός
•
- ο σχετικός με την Περσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περσικός < Περσ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περσικός | περσική | περσικό |
| Γενική | περσικού | περσικής | περσικού |
| Αιτιατική | περσικό | περσική | περσικό |
| Κλητική | περσικέ | περσική | περσικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περσικοί | περσικές | περσικά |
| Γενική | περσικών | περσικών | περσικών |
| Αιτιατική | περσικούς | περσικές | περσικά |
| Κλητική | περσικοί | περσικές | περσικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →