πέτομαι
•
- για πτηνάπετάω Βικιλεξικό
- Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879), Ο Γώγος Τρέχει θολὸ κι ἀγνώριστο τοῦ Λούρου τὸ ποτάμι, ὅπου σταλάζει μυστικὰ τὸ δάκρυ τῆς Ἠπείρου. Ὁ γέρο-Πίνδος κάτασπρος καὶ πάντ᾿ ἀνδρειωμένος πέτεται μὲ τὰ χιόνια του καὶ μὲ τὴν κλεφτουριά του· στὸν ἥλιο ποὺ βασίλευε, τὸ μάτι του στυλώνει καὶ λέγει στ᾿ ἄστρο τ᾿ οὐρανοῦ: «Ἐκεῖ ποὺ πᾶς νὰ δύσεις ἂν σ᾿ ἐρωτήσουνε γιὰ μέ, νὰ πεῖς πῶς δὲν πεθαίνω.»
- μεταφορικάκομπάζω, καυχιέμαι, καμαρώνω Βικιλεξικό
- Κωστής Παλαμάς, Η φλογέρα του Βασιλιά, στίχος 58 (1910) Στη λεβεντιά του πέτεται κι ας είναι με τους σκλάβους. Δε λες πως πάει στον τόπο του ραγιάς από τα ξένα, λες από πόλεμο γυρνά και θρόνος τον προσμένει. [60] Μόνος αυτός δε γονατά, μόνος αυτός δε σκύβει.
Ετυμολογία
πέτομαι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πέτομαι Συγκρίνετε με το πετάω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →