Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πέτρωμα

/ˈpe.tɾo.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γεωλογίαένα από τα υλικά από τα οποία αποτελείται ο στερεός φλοιός της Γης Βικιλεξικό
    • ιζηματογενή πετρώματα
    • ηφαιστειογενή πετρώματα
    • O αμφιβολίτης είναι ένα μεταμορφωμένο πέτρωμα, το οποίο αποτελείται κυρίως από ορυκτά της ομάδας των αμφιβόλων (κεροστίλβη, ακτινόλιθος) και Ca-Na-ούχο άστριο (πλαγιόκλαστο). Εμφανίζεται με βαθυπράσινο χρώμα και χαρακτηρίζεται από ασθενή έως καθόλου σχιστότητα. Ο αμφιβολίτης εμφανίζεται σε αρκετές περιοχές στην Ελλάδα, σε πεδία με μεταμορφωμένα πετρώματα.
    • Συγκεκριμένα τα μετεωρικά υδάτινα κατακρημνίσματα δηλαδή τα νερά της βροχής κατεισδύουν και διηθούνται μέσω των διακλάσεων, ρωγματώσεων, εγκοίλων των ανθρακικών πετρωμάτων (Φωτ. 2,3) που χαρακτηρίζονται ως υδατοπερατά (Επαφές των γεωλογικών σχηματισμών. Παραγωγικές δομές του υπόγειου υδάτινου δυναμικού και των Ορυκτών Πρώτων Υλών (ΟΠΥ), 27 Απριλίου 2018, oryktosploutos.net https://www.oryktosploutos.net/2018/04/blog-post_26-12/)
  2. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πετρώνω, μετατροπή σε πέτρα ή σε κάτι πολύ σκληρό σαν πέτρα Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάμετατροπή σε πέτρινη μορφή Βικιλεξικό
    • το πέτρωμα που έφερνε η μορφή της Μέδουσας
  4. μεταφορικάακινητοποίηση από φόβο ή έκπληξη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πέτρωμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πέτρωμα (πέτρινη μάζα), αρχαία σημασία: (λιθοβολισμός) < πετρόω / πετρῶ, σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Gestein ή απόδοση για τη γαλλική roche

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπέτρωμαπετρώματα
Γενικήπετρώματοςπετρωμάτων
Αιτιατικήπέτρωμαπετρώματα
Κλητικήπέτρωμαπετρώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →