πέτσινος
•
- από πετσί, δερμάτινος Βικιλεξικό
- Το πέτσινο παντελόνι που φόραγε χτες της πήγαινε πολύ
- μεταφορικάψεύτικος, αμφίβολος (ιδιαίτερα για χρήματα· συνήθως στον πληθυντικό) Βικιλεξικό
- Τον αγώνα τον κερδίσανε με ένα πέτσινο πέναλτυ που έδωσε σε βάρος μας ο διαιτητής
- Ρώτησε για δανεικά, αλλά αντί για ενέχυρο που του ζήτησα, ήθελε να μου δώσει κάτι πέτσινα γραμμάτια
Ετυμολογία
πέτσινος < πετσί + -ινος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →