πέτσωμα
•
- επικάλυψη με πετσί, δέρμα Βικιλεξικό
- το σανίδωμα της στέγης όπου πατάνε τα κεραμίδια Βικιλεξικό
- ναυπηγικός όροςτο περίβλημα σκάφους Βικιλεξικό
- χρηματική παροχή από ταμείο για ύποπτες υπηρεσίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πέτσωμα < πετσώ(νω) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πέτσωμα | πετσώματα |
| Γενική | πετσώματος | πετσωμάτων |
| Αιτιατική | πέτσωμα | πετσώματα |
| Κλητική | πέτσωμα | πετσώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →