πήδος
•
- οικείοπήδημα Βικιλεξικό
- δίνω έναν πήδο
- παλιότερη πολυτονική γραφή: πῆδος
Ετυμολογία
πήδος < πηδ(άω/-ώ) + -ος : Διαφορετικό το αρχαίο πῆδος (πηδάλιο).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πήδος | πήδοι |
| Γενική | πήδου | πήδων |
| Αιτιατική | πήδο | πήδους |
| Κλητική | πήδε | πήδοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →