πήδουλας
•
- δημοτικήπου έχει την ικανότητα να πηδάει· αυτός που εφορμεί ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πήδουλας < → δείτε τις λέξεις πήδος και πηδάω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πήδουλας | πήδουλες |
| Γενική | πήδουλα | πήδουλων |
| Αιτιατική | πήδουλα | πήδουλες |
| Κλητική | πήδουλα | πήδουλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →