Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πήλινος

/ˈpi.li.nos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. φτιαγμένος από πηλό Βικιλεξικό
    • Κοσμηματοπωλεία, παλαιοπωλεία, υφασματοπωλεία, μαγαζιά που πουλούσαν πολύχρωμες μαντίλες, άλλα με δερμάτινα ρούχα και τζιν, με διακοσμητικά πήλινα πιάτα τοίχου, με πλεχτές τσάντες, χριστιανικές εικόνες, γκραβούρες με τοπία της Πόλης, τάβλια, πολύχρωμες λάμπες, πολυελαίους και φανάρια· υπήρχαν και καφενεία, ζαχαροπλαστεία με μπακλαβαδάκια, τουλούμπες, σεκέρ παρέ, κανταΐφια, κόκκους καφέ και λουκούμια με ροδέλαιο. Όλα τα καλά του κόσμου.
    • Το παραγόμενο έκτυπο - έκμαγμα ήταν συνήθως λίγο μικρότερο από το αρχέτυπο, καθώς η αρχική πήλινη μήτρα συρρικνωνόταν κατά την όπτηση (Α. Γιαννακούρη, Κοροπλαστική και μικροτεχνία στον αιγαιακό χώρο από τους γεωμετρικούς χρόνους έως και τη Ρωμαϊκή περίοδο, Διεθνές συνέδριο στη μνήμη της Ηούς Ζερβουδάκη, Ρόδος, 26-29 Νοεμβρίου 2009, τόμος 2, 2014, σελ. 203)

Ετυμολογία

πήλινος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πήλινος < πηλ(ός + -ινος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπήλινοςπήλινηπήλινο
Γενικήπήλινουπήλινηςπήλινου
Αιτιατικήπήλινοπήλινηπήλινο
Κλητικήπήλινεπήλινηπήλινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπήλινοιπήλινεςπήλινα
Γενικήπήλινωνπήλινωνπήλινων
Αιτιατικήπήλινουςπήλινεςπήλινα
Κλητικήπήλινοιπήλινεςπήλινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →