πήχης
•
- ανατομίατο μέρος του άνω άκρου από τον αγκώνα έως τον καρπό Βικιλεξικό
- μονάδα μέτρησηςπαλαιότερη μονάδα μήκους, διαφορετική από χώρα σε χώρα Βικιλεξικό
- μονάδα μέτρησηςπαλαιότερη μονάδα μήκους, διαφορετική από χώρα σε χώρα Βικιλεξικό
- μονάδα μέτρησηςπαλαιότερη μονάδα μήκους, διαφορετική από χώρα σε χώρα Βικιλεξικό
- μακρόστενο λεπτό κομμάτι ξύλου Βικιλεξικό
- αθλητισμόςτο ξύλο που χρησιμοποιείται σαν όριο στο άλμα εις ύψος και στο επί κοντώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πήχης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πῆχυς (αρχικά, περίπου 0,46 μέτρα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πήχης | πήχεις / πήχες |
| Γενική | πήχεος / πήχη | πήχεων |
| Αιτιατική | πήχη | πήχεις / πήχες |
| Κλητική | πήχη | πήχεις / πήχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →