πίλημα
•
- ύφασμαείδος υφάσματος από συμπιεσμένο μαλλί ή τρίχες, κετσές, τσόχα Βικιλεξικό
- καστόρι Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοποιαδήποτε μάζα από ομοειδή ή ετερόκλητα στοιχεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πίλημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πίλημα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πίλημα | πιλήματα |
| Γενική | πιλήματος | πιλημάτων |
| Αιτιατική | πίλημα | πιλήματα |
| Κλητική | πίλημα | πιλήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →