πίνα
•
- ζωολογίαθαλασσινό μαλάκιο με τριγωνικό όστρακο (Pinna nobilis) Βικιλεξικό
- Τ’ αγόρια έφερναν από τις επιχειρήσεις τους αχινούς, γυαλιστερές και πότε πότε καμιά πίνα, που έκρυβε μέσα της γαρίδα φρουρό. (Ευγενία Φακίνου, Η μέθοδος της Ορλεάνης, 2005 [μυθιστόρημα])
Ετυμολογία
πίνα < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική πῖνα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πίνα | πίνες |
| Γενική | πίνας | πινών |
| Αιτιατική | πίνα | πίνες |
| Κλητική | πίνα | πίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →