πίπα
•
- σύνεργο του καπνίσματος· στη μία άκρη της (ανάλογα με τον τύπο της πίπας) ή τοποθετείται ένα τσιγάρο ή καπνός σε μια κοιλότητα σκαλισμένη σε ξύλο· ο καπνός περνάει από ένα λεπτό σωλήνα και το επιστόμιο και εισπνέεται από τον καπνιστή Βικιλεξικό
- αργκόη πεολειχία Βικιλεξικό
- αργκόβλακεία, χαζομάρα Βικιλεξικό
- μη λες πίπες! (βλακείες)
- αυτό είναι μεγάλη πίπα (χαζομάρα)
- μουσικό όργανοκινεζικό λαούτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πίπα < (άμεσο δάνειο) ιταλική pipa < γαλλική pipe :* κινεζικό μουσικό όργανο < (λόγιο δάνειο) κινεζική 琵琶 (pípa)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πίπα | πίπες |
| Γενική | πίπας | πιπών |
| Αιτιατική | πίπα | πίπες |
| Κλητική | πίπα | πίπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →