πίπα κώλο
•
- χυδαίοαπό το κακό στο χειρότερο Βικιλεξικό
- η χρονιά μας πήγε πίπα, κώλο = η χρονιά από οικονομικής πλευράς πήγε απ' το κακό στο χειρότερο. Δηλαδή από κει που κάναμε πίπες, τώρα στήνουμε κώλο , (Εμμανουήλ Παπαζαχαρίου, Λεξικό της ελληνικής αργκό: Λεξικό της πιάτσας εκδ. Κάκτος, 1999, σελ. 723 https://books.google.gr/books?id=qGxiAAAAMAAJ&q=%22%CF%80%CE%AF%CF%80%CE%B1+%CE%BA%CF%8E%CE%BB%CE%BF%22&dq=%22%CF%80%CE%AF%CF%80%CE%B1+%CE%BA%CF%8E%CE%BB%CE%BF%22&hl=en&sa=X&ved=0ahUKEwjEtMHP39LhAhVOlosKHQ5DCGIQ6AEIKjAA)
- Κατά τα άλλα, τον πήγαινε -όπως έλεγε ο ίδιος- "πίπα-κώλο" από την ημέρα που γεννήθηκε. Ή, για να το εκφράσουμε πιο ευπρεπώς, όποτε αξιωνόταν να πει "δόξα τω Θεώ", αμέσως έπρεπε να ξαναφωνάξει "βοήθα, Παναγία μου"... » (Χ. Α. Χωμενίδης, Το σπίτι και το κελλί, Εκδ. Πατάκης, 2016 @google)
- Eαν δεν τους πάμε τώρα «πίπα κώλο», πότε θα τους πάμε; (ixnos.blogspot.com 22 Ιανουαρίου 2015)
- ερωτική πράξη γλειψίματος του πέους και της κωλοτρυπίδας εναλλάξ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πίπα κώλο < πίπα (πεολειξία) + κώλος
Άλλοι τύποι
κώλοπίπα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →