πίπερμαν
•
- παρωχημένοηδύποτο με άρωμα μέντας και πράσινο χρώμα Βικιλεξικό
- Τα υπόλοιπα γλυκά φτιάχνονταν στο σπίτι. Αν κάποια κυρία ήθελε πιοτό, τη σερβίριζαν ούζο, μπίρα, κρασί, κονιάκ ή πίπερμαν. (Μάνος Ελευθερίου, Φαρμακείον Εκστρατείας, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
- Υπήρχε τότε βερμούτ, κονιάκ και πίπερμαν που ήταν τότε της μόδας (Γιώργος Ρούβαλης, , Στ' Ανάπλι, εκδ. Γαβριηλίδης, 2005, σελ. 171)
Ετυμολογία
πίπερμαν < αγγλική peppermint → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →