πίπτω
•
- λόγιοπέφτω μόνο στη φράση όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος Βικιλεξικό
- ως δεύτερο συνθετικό -πίπτω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πίπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πίπτω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →