πίσσα
•
- μαύρη παχύρρευστη ουσία, υποπροϊόν απόσταξης λιθανθράκων ή πετρελαίου που χρησιμοποιείται ως στεγανωτικό υλικό, στην ασφαλτόστρωση δρόμων κλπ. Βικιλεξικό
- βλαβερή ουσία του τσιγάρου Βικιλεξικό
- λαϊκόκόλαση Βικιλεξικό
- 1887 ⌘ Ἰωάννης Πολέμης, Ἡ κόλασις
- επιτατικό ουσιαστικόκάτι κατάμαυρο Βικιλεξικό
- Έξω ήταν σκοτάδι πίσσα.
- κυπριακάτσίχλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πίσσα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πίσσα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πίσσα | πίσσες |
| Γενική | πίσσας | πισσών |
| Αιτιατική | πίσσα | πίσσες |
| Κλητική | πίσσα | πίσσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →