Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πίτα

/ˈpi.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γαστρονομίαείδος φαγητού ή γλυκού με φύλλο ζύμης (ή χωρίς αυτό) ψημένου στο φούρνο Βικιλεξικό
  2. γαστρονομίαείδος ψωμιού (συνήθως πεπλατυσμένου και στρογγυλού) χωρίς μαγιά ή προζύμι Βικιλεξικό
    • παράγγειλέ μου μια πίτα με γύρο!
    • Βρήκαμε ένα φούρνο που έψηνε τις παραδοσιακές πίτες που όσοι τηρούν τη νηστεία του Ραμαζανιού τρώνε στο ιφτάρ, το γεύμα που παίρνεται στο σούρουπο, μόλις η νηστεία λάβει τέλος. (Αλέξανδρος Μασσαβέτας, Κωνσταντινούπολη. Η πόλη των απόντων, εκδ. Πατάκης, 2016)
  3. μεταφορικάκάποιο σύνολο που πρέπει να μοιραστεί Βικιλεξικό
    • Μάχη ιδιωτών για την πίτα €1,5 δισ. της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (@tovima.gr)
  4. γράφημα κυκλικού σχήματος που δείχνει την επί τοις εκατό κατανομή ενός συνόλου σε μερίδια Βικιλεξικό
  5. κηρήθρα Βικιλεξικό
  6. μεταφορικάμεθύσι Βικιλεξικό
    • γίνομαι πίτα, είμαι πίτα είμαι μεθυσμένος, καταναλώνω/έχω καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ ή ναρκωτικών
  7. μεταφορικάκάτι ισοπεδωμένο, καταπλακωμένο σαν πλάκα, σαν πίτα Βικιλεξικό
  8. μεταφορικάεκμηδενίζω, τον εξουθενώνω, τον λιώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πίτα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πίτα < ιταλική pitta που υπάρχει σε πολλές διαλεκτικές ιταλικές εκδοχές, οι οποίες θα μπορούσαν να ετυμολογηθούν ως πιθανά αντιδάνεια: :* είτε < αρχαία ελληνική πίττα / πίσσα, οπότε θα είχε τη μειωτική σημασία «πρόχειρο ψωμί, πίτα με ρευστά υλικά» που επιζεί σε κατωϊταλιωτική διάλεκτο :* είτε ιταλική pittare < ιταλική pitta < λατινική picta, θηλυκό του pictus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος pingo < αρχαία ελληνική πηκτή θηλυκό του πηκτός :* Άγνωστης ετυμολογογίας είναι το πιττάκιον (σημείωμα, πινακάκι όπου γράφουμε, απόδειξη)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπίταπίτες
Γενικήπίταςπιτών
Αιτιατικήπίταπίτες
Κλητικήπίταπίτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →