πίτα
•
- γαστρονομίαείδος φαγητού ή γλυκού με φύλλο ζύμης (ή χωρίς αυτό) ψημένου στο φούρνο Βικιλεξικό
- γαστρονομίαείδος ψωμιού (συνήθως πεπλατυσμένου και στρογγυλού) χωρίς μαγιά ή προζύμι Βικιλεξικό
- παράγγειλέ μου μια πίτα με γύρο!
- Βρήκαμε ένα φούρνο που έψηνε τις παραδοσιακές πίτες που όσοι τηρούν τη νηστεία του Ραμαζανιού τρώνε στο ιφτάρ, το γεύμα που παίρνεται στο σούρουπο, μόλις η νηστεία λάβει τέλος. (Αλέξανδρος Μασσαβέτας, Κωνσταντινούπολη. Η πόλη των απόντων, εκδ. Πατάκης, 2016)
- μεταφορικάκάποιο σύνολο που πρέπει να μοιραστεί Βικιλεξικό
- Μάχη ιδιωτών για την πίτα €1,5 δισ. της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (@tovima.gr)
- γράφημα κυκλικού σχήματος που δείχνει την επί τοις εκατό κατανομή ενός συνόλου σε μερίδια Βικιλεξικό
- κηρήθρα Βικιλεξικό
- μεταφορικάμεθύσι Βικιλεξικό
- γίνομαι πίτα, είμαι πίτα είμαι μεθυσμένος, καταναλώνω/έχω καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ ή ναρκωτικών
- μεταφορικάκάτι ισοπεδωμένο, καταπλακωμένο σαν πλάκα, σαν πίτα Βικιλεξικό
- μεταφορικάεκμηδενίζω, τον εξουθενώνω, τον λιώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πίτα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πίτα < ιταλική pitta που υπάρχει σε πολλές διαλεκτικές ιταλικές εκδοχές, οι οποίες θα μπορούσαν να ετυμολογηθούν ως πιθανά αντιδάνεια: :* είτε < αρχαία ελληνική πίττα / πίσσα, οπότε θα είχε τη μειωτική σημασία «πρόχειρο ψωμί, πίτα με ρευστά υλικά» που επιζεί σε κατωϊταλιωτική διάλεκτο :* είτε ιταλική pittare < ιταλική pitta < λατινική picta, θηλυκό του pictus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος pingo < αρχαία ελληνική πηκτή θηλυκό του πηκτός :* Άγνωστης ετυμολογογίας είναι το πιττάκιον (σημείωμα, πινακάκι όπου γράφουμε, απόδειξη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πίτα | πίτες |
| Γενική | πίτας | πιτών |
| Αιτιατική | πίτα | πίτες |
| Κλητική | πίτα | πίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →