Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πίτσι πίτσι

επίρρημα
•
  1. φλερτ Βικιλεξικό
  2. κατ΄ ιδίαν συζήτηση ερωτευμένων Βικιλεξικό
  3. σκωπτικάη κατ΄ ιδίαν συζήτηση δημοσίων ανδρών, ιδίως πολιτικών αντιπάλων, που γίνεται μεν αντιληπτή αλλά δεν ανακοινώνεται το περιεχόμενο. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πίτσι πίτσι < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →