πίτσι πίτσι
•
- φλερτ Βικιλεξικό
- κατ΄ ιδίαν συζήτηση ερωτευμένων Βικιλεξικό
- σκωπτικάη κατ΄ ιδίαν συζήτηση δημοσίων ανδρών, ιδίως πολιτικών αντιπάλων, που γίνεται μεν αντιληπτή αλλά δεν ανακοινώνεται το περιεχόμενο. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πίτσι πίτσι < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →