Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πίτσικος

/ˈpi.t͡si.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόσυνώνυμο του μικρούτσικος, μικρούλης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πίτσικος < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική پیچ (piç, μπάρσταρδος, παραφυάδα, τουρκική piç) + -ικος < ... < μέση αρμενική բիճ (bič) < ιρανικής προέλευσης. :* Διαφορετική η περσική پوچ (pūch, άδειος, ανόητος). :* Δε σχετίζεται το πιτσιρίκος, πιτσικάρω (με picc-, από τα ιταλικά).

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπίτσικοςπίτσικηπίτσικο
Γενικήπίτσικουπίτσικηςπίτσικου
Αιτιατικήπίτσικοπίτσικηπίτσικο
Κλητικήπίτσικεπίτσικηπίτσικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπίτσικοιπίτσικεςπίτσικα
Γενικήπίτσικωνπίτσικωνπίτσικων
Αιτιατικήπίτσικουςπίτσικεςπίτσικα
Κλητικήπίτσικοιπίτσικεςπίτσικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →