παίδεμα
•
- το αποτέλεσμα του παιδεύομαι, η ταλαιπωρία που υφίσταται κάποιος ο οποίος αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες στην επιτέλεση ενός ορισμένου έργου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παίδεμα < παιδεύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παίδεμα | παιδέματα |
| Γενική | παιδέματος | παιδεμάτων |
| Αιτιατική | παίδεμα | παιδέματα |
| Κλητική | παίδεμα | παιδέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →