παίδες
•
- οικείοπαιδιά, πληθυντικός αριθμός του παις (αρχαία ελληνική παῖς) Βικιλεξικό
- Ρε παίδες, δεν πάμε στο γήπεδο να δούμε κάνα ματσάκι;
Ετυμολογία
παίδες: μονοτονική γραφή του παῖδες (αρχαία ελληνική)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →