παίζω τσιγκολελέτα
•
- μεταφορικάείμαι άμπαλος, παίζω κακό ποδόσφαιρο ή άλλο άθλημα Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαριστάνω ότι κάνω κάτι (πχ. ότι εργάζομαι) ή απλώς δεν αποδίδω Βικιλεξικό
- μεταφορικάχρονοτριβώ, χάνω χρόνο άσκοπα Βικιλεξικό
- σπάνιο, (κυριολεκτικά) τραγουδώ το τραγούδι"τσιγκολελέτα" κάνοντας θεατρικοχορευτικές κινήσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →