παίκτης
•
- αυτός που συμμετέχει σε ομαδικό άθλημα Βικιλεξικό
- άτομο που ασχολείται με τυχερά παιχνίδια Βικιλεξικό
- άνθρωπος που συμμετέχει σε οτιδήποτε παιχνίδι Βικιλεξικό
- αυτός που παίζει μουσικό όργανο, που παράγει μουσική με αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παίκτης < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παίκτης | παίκτες |
| Γενική | παίκτη | παικτών |
| Αιτιατική | παίκτη | παίκτες |
| Κλητική | παίκτη | παίκτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →