παίρνω αέρα
•
- μεταφορικάαποκτώ μεγαλύτερη άνεση στη συμπεριφορά μου (φτάνοντας μέχρι και την αδιαφορία ή και την αγένεια προς τους άλλους) (συνήθως με το επίθετο πολύς στην φράση «πολύ αέρα πήρες») Βικιλεξικό
- Από τότε που πήρε προαγωγή, πήρε πολύ αέρα και δεν υπολογίζει κανέναν.
- Να σου πω, τα Χανιά δεν είναι Αθήνα να πιάνουν οι τζούφιοι τσαμπουκάδες σου. Κάτω, τους πολύ νταήδες τους υποδεχόμαστε με ζάρπες. Άιντε, γιατί πολύ αέρα πήρες.
- κυριαρχώ σε διαπροσωπικές σχέσεις Βικιλεξικό
- Του πήρε τον αέρα και τον κάνει πια ό,τι θέλει.
- αναπνέω καθαρό αέρα Βικιλεξικό
- Άνοιξε τα παράθυρα να πάρουμε αέρα, πολύ καπνό έχει εδώ μέσα.
- ηρεμώ, παίρνω βαθιά αναπνοή Βικιλεξικό
- Βγήκε έξω να πάρει αέρα γιατί ήταν πολύ εκνευρισμένος.
Ετυμολογία
παίρνω αέρα → δείτε παίρνω και αέρας
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →