Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παίρνω μυρωδιά

φράση
•
  1. αποκτώ ψήγμα γνώσης, νύξη, ψύλλιασμα, μία ισχνή ιδέα (πχ. για το τι συμβαίνει) Βικιλεξικό
    • «Ας τα κάμει στο μαγκάλι αγάλι αγάλι, να μη μας πάρουν μυρωδιά» παράγγειλε η κυρία Ευθυμία (Χριστίνα Πουλίδου, Άνω Κάτω, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
    • ένα χρόνο κάνει αγγλικά και δεν έχει πάρει μυρωδιά ακόμα (δεν έχει μάθει τίποτα)

Ετυμολογία

παίρνω μυρωδιά < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →