παίρνω σβάρνα
•
- προκαλώ ζημιές ή καταστροφές με το πέρασμά μου Βικιλεξικό
- οδηγός λεωφορείου χάνοντας τον έλεγχο πήρε σβάρνα τα παρκαρισμένα οχήματα
- επισκέπτομαι διαδοχικά διάφορους τόπους ή υπηρεσίες για ειδικό σκοπό Βικιλεξικό
- πήρα σβάρνα τα υπουργεία για να βρω μια άκρη
Ετυμολογία
παίρνω σβάρνα < παίρνω + σβάρνα (όπως η σβάρνα παρασέρνει ό,τι βρει στο πέρασμά της)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →