Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παίρνω τηλέφωνο

/ˈpeɾ.no tiˈle.fo.no/ρήμα
•
  1. προφορικόκαλώ κάποιον τηλεφωνικά Βικιλεξικό
    • 2002 Σταύρος Λιβυκός, Ο ύμνος του κερατά

Ετυμολογία

παίρνω τηλέφωνο < Μαρτυρείται τουλάχιστον από την δεκαετία του 1930-40 στο Γιούγκερμαν του Μ. Καραγάτση «Κατόπι πῆρε τὸν Πειραιᾶ στὸ τηλέφωνο».

Άλλοι τύποι

παίρνωτηλέφωνο

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →