παίρνω τηλέφωνο
•
- προφορικόκαλώ κάποιον τηλεφωνικά Βικιλεξικό
- 2002 Σταύρος Λιβυκός, Ο ύμνος του κερατά
Ετυμολογία
παίρνω τηλέφωνο < Μαρτυρείται τουλάχιστον από την δεκαετία του 1930-40 στο Γιούγκερμαν του Μ. Καραγάτση «Κατόπι πῆρε τὸν Πειραιᾶ στὸ τηλέφωνο».
Άλλοι τύποι
παίρνωτηλέφωνο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →