Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παίω

ρήμα
•
  1. οὗτος αὐτός ἐστιν, οὗτος. 280 Βικιλεξικό
  2. βάλλε βάλλε βάλλε βάλλε, Βικιλεξικό
  3. παῖε παῖε τὸν μιαρόν. Βικιλεξικό
  4. οὐ βαλεῖς; οὐ βαλεῖς; Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παίω < αρχαία ελληνική ρίζ. Fjω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →