παγάδα
•
- ιδιωματικόάπνοια Βικιλεξικό
- ιδιωματικόψύχρα Βικιλεξικό
- Το βραδάκι το κρύο ήταν ανυπόφορο και στο χιόνι που κοιμώμαστε δεν υπάρχει τρόπος παρά τη διαρκή φωτιά να ζεσταθείς. Έχει και μια τρύπα επάνω στη στέγη που το φέρνει σβουριχτό και νιώθεις την ξεχωριστή παγάδα που σου παίρνει το μούτρο, το λαιμό. (*)
Ετυμολογία
παγάδα < ιταλική pacata (γαλήνια, ήρεμη), θηλυκό του pacato < pacare < λατινικά paco < pax (ειρήνη) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *paḱ-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παγάδα | παγάδες |
| Γενική | παγάδας | παγάδων |
| Αιτιατική | παγάδα | παγάδες |
| Κλητική | παγάδα | παγάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →