παγάνα
•
- κυνήγι, αναζήτηση θηράματος από ομάδα κυνηγών Βικιλεξικό
- καταδίωξη ανθρώπου (πχ παράνομου, δραπέτη κ.λπ) Βικιλεξικό
- ομάδα κυνηγών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παγάνα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παγάνα | παγάνες |
| Γενική | παγάνας | παγανών |
| Αιτιατική | παγάνα | παγάνες |
| Κλητική | παγάνα | παγάνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →