παγάνι
•
- ιδιωματικόφαράγγι, χαράδρα, στενό πέρασμα ανάμεσα σε βράχια (από το οποίο ρέει νερό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παγάνι < μεσαιωνική ελληνική παγανέα < ελληνιστική κοινή παγανός < λατινική pagus (ύπαιθρος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παγάνι | παγάνια |
| Γενική | παγανιού | παγανιών |
| Αιτιατική | παγάνι | παγάνια |
| Κλητική | παγάνι | παγάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →