παγανίζω
•
- λαϊκότροποκυνηγώ με παγάνα / παγανιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παγανίζω < παγάνα + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παγανίζω | παγανίζεις | παγανίζει | παγανίζουμε | παγανίζετε | παγανίζουν / παγανίζουνε |
| Παρατατικός | παγάνιζα | παγάνιζες | παγάνιζε | παγανίζαμε | παγανίζατε | παγάνιζαν / παγανίζαν / παγανίζανε |
| Αόριστος | παγάνισα | παγάνισες | παγάνισε | παγανίσαμε | παγανίσατε | παγάνισαν / παγανίσαν / παγανίσανε |
| Μέλλοντας | θα παγανίζω / θα παγανίσω | θα παγανίζεις / θα παγανίσεις | θα παγανίζει / θα παγανίσει | θα παγανίζουμε / θα παγανίσουμε | θα παγανίζετε / θα παγανίσετε | θα παγανίζουν / θα παγανίζουνε / θα παγανίσουν / θα παγανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παγανίσει | έχεις παγανίσει | έχει παγανίσει | έχουμε παγανίσει | έχετε παγανίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παγανίσει | είχες παγανίσει | είχε παγανίσει | είχαμε παγανίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παγανίσει / να παγανίζω / να παγανίσω | να έχεις παγανίσει / να παγανίζεις / να παγανίσεις | να έχει παγανίσει / να παγανίζει / να παγανίσει | να έχουμε παγανίσει / να παγανίζουμε / να παγανίσουμε | να έχετε παγανίσει / να παγανίζετε / να παγανίσετε | να παγανίζουν / να παγανίζουνε / να παγανίσουν / να παγανίσουνε |
| Προστακτική | — | παγάνιζε / παγάνισε | — | — | παγανίζετε / παγανίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →