παγανιστικός
•
- σχετικός με τον παγανισμό και τους παγανιστές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παγανιστικός < παγανισ(μός) + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παγανιστικός | παγανιστική | παγανιστικό |
| Γενική | παγανιστικού | παγανιστικής | παγανιστικού |
| Αιτιατική | παγανιστικό | παγανιστική | παγανιστικό |
| Κλητική | παγανιστικέ | παγανιστική | παγανιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παγανιστικοί | παγανιστικές | παγανιστικά |
| Γενική | παγανιστικών | παγανιστικών | παγανιστικών |
| Αιτιατική | παγανιστικούς | παγανιστικές | παγανιστικά |
| Κλητική | παγανιστικοί | παγανιστικές | παγανιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →