Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παγανιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον παγανισμό και τους παγανιστές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παγανιστικός < παγανισ(μός) + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαγανιστικόςπαγανιστικήπαγανιστικό
Γενικήπαγανιστικούπαγανιστικήςπαγανιστικού
Αιτιατικήπαγανιστικόπαγανιστικήπαγανιστικό
Κλητικήπαγανιστικέπαγανιστικήπαγανιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαγανιστικοίπαγανιστικέςπαγανιστικά
Γενικήπαγανιστικώνπαγανιστικώνπαγανιστικών
Αιτιατικήπαγανιστικούςπαγανιστικέςπαγανιστικά
Κλητικήπαγανιστικοίπαγανιστικέςπαγανιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →