Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παγερός

/pa.ʝeˈɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου προκαλεί πολύ έντονο αίσθημα ψύχους Βικιλεξικό
    • Η νύχτα ήταν παγερή.
  2. μεταφορικάπου εκφράζει απόλυτη απάθεια, αδιαφορία ή εχθρότητα Βικιλεξικό
    • παγερό χαμόγελο, παγερό χειροκρότημα

Ετυμολογία

παγερός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή παγερός. Συγχρονικά αναλύεται σε πάγ(ος) + -ερός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαγερόςπαγερήπαγερό
Γενικήπαγερούπαγερήςπαγερού
Αιτιατικήπαγερόπαγερήπαγερό
Κλητικήπαγερέπαγερήπαγερό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαγεροίπαγερέςπαγερά
Γενικήπαγερώνπαγερώνπαγερών
Αιτιατικήπαγερούςπαγερέςπαγερά
Κλητικήπαγεροίπαγερέςπαγερά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →