παγερός
•
- κυριολεκτικάπου προκαλεί πολύ έντονο αίσθημα ψύχους Βικιλεξικό
- Η νύχτα ήταν παγερή.
- μεταφορικάπου εκφράζει απόλυτη απάθεια, αδιαφορία ή εχθρότητα Βικιλεξικό
- παγερό χαμόγελο, παγερό χειροκρότημα
Ετυμολογία
παγερός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή παγερός. Συγχρονικά αναλύεται σε πάγ(ος) + -ερός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παγερός | παγερή | παγερό |
| Γενική | παγερού | παγερής | παγερού |
| Αιτιατική | παγερό | παγερή | παγερό |
| Κλητική | παγερέ | παγερή | παγερό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παγεροί | παγερές | παγερά |
| Γενική | παγερών | παγερών | παγερών |
| Αιτιατική | παγερούς | παγερές | παγερά |
| Κλητική | παγεροί | παγερές | παγερά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →