Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παγετωνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με παγετώνα, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παγετωνικός < παγετώνας + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική glacial)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαγετωνικόςπαγετωνικήπαγετωνικό
Γενικήπαγετωνικούπαγετωνικήςπαγετωνικού
Αιτιατικήπαγετωνικόπαγετωνικήπαγετωνικό
Κλητικήπαγετωνικέπαγετωνικήπαγετωνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαγετωνικοίπαγετωνικέςπαγετωνικά
Γενικήπαγετωνικώνπαγετωνικώνπαγετωνικών
Αιτιατικήπαγετωνικούςπαγετωνικέςπαγετωνικά
Κλητικήπαγετωνικοίπαγετωνικέςπαγετωνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →