παγετωνικός
•
- που έχει σχέση με παγετώνα, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παγετωνικός < παγετώνας + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική glacial)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παγετωνικός | παγετωνική | παγετωνικό |
| Γενική | παγετωνικού | παγετωνικής | παγετωνικού |
| Αιτιατική | παγετωνικό | παγετωνική | παγετωνικό |
| Κλητική | παγετωνικέ | παγετωνική | παγετωνικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παγετωνικοί | παγετωνικές | παγετωνικά |
| Γενική | παγετωνικών | παγετωνικών | παγετωνικών |
| Αιτιατική | παγετωνικούς | παγετωνικές | παγετωνικά |
| Κλητική | παγετωνικοί | παγετωνικές | παγετωνικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →