παγετώδης
•
- που χαρακτηρίζεται ή συνοδεύεται από παγετό, από πολύ χαμηλές θερμοκρασίες Βικιλεξικό
- Η τελευταία παγετώδης περίοδος έληξε πριν από περίπου 12.000 χρόνια. Από τότε, με την έναρξη του Ολόκαινου, ζούμε σε μια θερμή, μεσοπαγετώδη περίοδο, όπως την ονομάζουν οι επιστήμονες. Αυτή η θερμή – και άκρως ευνοϊκή για την ευημερία μας – ανάπαυλα αναμένεται όμως ότι κάποτε θα τελειώσει. (*)
Ετυμολογία
παγετώδης < αρχαία ελληνική παγετώδης < παγετός < πάγος < πήγνυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *peh₂ǵ- (προσκολλώ, συνάπτω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παγετώδης | παγετώδης | παγετώδες |
| Γενική | παγετώδους | παγετώδους | παγετώδους |
| Αιτιατική | παγετώδη | παγετώδη | παγετώδες |
| Κλητική | παγετώδη / παγετώδης | παγετώδης | παγετώδες |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παγετώδεις | παγετώδεις | παγετώδη |
| Γενική | παγετωδών | παγετωδών | παγετωδών |
| Αιτιατική | παγετώδεις | παγετώδεις | παγετώδη |
| Κλητική | παγετώδεις | παγετώδεις | παγετώδη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →