παγιδεύω
•
- για ζώα ή ανθρώπουςοδηγώ κάποιον που καταδιώκω σε μια παγίδα και τον συλλαμβάνω Βικιλεξικό
- οι λαθροθήρες παγίδευσαν μια αρκούδα
- μεταφορικάενεργώ έτσι, ώστε κάποιος να μην έχει δυνατότητα αντίδρασης και τον ωθώ έτσι σε λανθασμένες ενέργειες Βικιλεξικό
- η άλλη πλευρά προσπάθησε κατά τις διαπραγματεύσεις να μας παγιδεύσει με νομικίστικα τερτίπια
- προετοιμάζω και τοποθετώ κάπου έναν μηχανισμό για να προκαλέσω ζημιά Βικιλεξικό
- είχαν παγιδεύσει την πόρτα με εκρηκτικά
- η γυναίκα του τον κατηγορούσε ότι είχε παγιδεύσει το τηλέφωνό της για να την παρακολουθεί
Ετυμολογία
παγιδεύω < (ελληνιστική κοινή) παγιδεύω < αρχαία ελληνική παγίς
Άλλοι τύποι
παγίδευαπαγίδευσαπαγίδεψαπαγιδέψωπαγιδευμένοςπαγιδεύομαιπαγιδεύσω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →