παγιώνω
•
- δίνω σε κάτι τον χαρακτήρα του πάγιου, ενεργώ έτσι ώστε ένα πράγμα ή μια κατάσταση να παραμείνουν αμετάβλητα για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
- κάνω κάτι πιο ισχυρό, το ισχυροποιώ, του δίνω στέρεες βάσεις για να υπάρχει και στο μέλλον, το εδραιώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παγιώνω < (ελληνιστική κοινή) παγιόω, -ῶ < πήγνυμι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παγιώνω | παγιώνεις | παγιώνει | παγιώνουμε | παγιώνετε | παγιώνουν / παγιώνουνε |
| Παρατατικός | παγίωνα | παγίωνες | παγίωνε | παγιώναμε | παγιώνατε | παγίωναν / παγιώναν / παγιώνανε |
| Αόριστος | παγίωσα | παγίωσες | παγίωσε | παγιώσαμε | παγιώσατε | παγίωσαν / παγιώσαν / παγιώσανε |
| Μέλλοντας | θα παγιώνω / θα παγιώσω | θα παγιώνεις / θα παγιώσεις | θα παγιώνει / θα παγιώσει | θα παγιώνουμε / θα παγιώσουμε | θα παγιώνετε / θα παγιώσετε | θα παγιώνουν / θα παγιώνουνε / θα παγιώσουν / θα παγιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παγιώσει | έχεις παγιώσει | έχει παγιώσει | έχουμε παγιώσει | έχετε παγιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παγιώσει | είχες παγιώσει | είχε παγιώσει | είχαμε παγιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παγιώσει / να παγιώνω / να παγιώσω | να έχεις παγιώσει / να παγιώνεις / να παγιώσεις | να έχει παγιώσει / να παγιώνει / να παγιώσει | να έχουμε παγιώσει / να παγιώνουμε / να παγιώσουμε | να έχετε παγιώσει / να παγιώνετε / να παγιώσετε | να παγιώνουν / να παγιώνουνε / να παγιώσουν / να παγιώσουνε |
| Προστακτική | — | παγίωνε / παγίωσε | — | — | παγιώνετε / παγιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →