παγκάκι
•
- μακρύ ξύλινο ή μεταλλικό κάθισμα με πλάτη σε δημόσιους χώρους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παγκάκι < πάγκ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -άκι που έχασε την υποκοριστική του σημασία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παγκάκι | παγκάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | παγκάκι | παγκάκια |
| Κλητική | παγκάκι | παγκάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →