Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παγκάρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. πάγκος με διαμόρφωση κατάλληλη για την πώληση κεριών στην εκκλησία Βικιλεξικό
    • Ο ψάλτης υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο στασίδι, κι' ο γέρο‑Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των εξωκκλησίων, χωρίς ο νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε «δύο τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα μετά θάνατον, Η χολεριασμένη, 1915)
  2. συνεκδοχικάτα εκκλησιαστικά έσοδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παγκάρι < μεσαιωνική ελληνική, υποκοριστικό του πάγκος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαγκάριπαγκάρια
Γενικήπαγκαριούπαγκαριών
Αιτιατικήπαγκάριπαγκάρια
Κλητικήπαγκάριπαγκάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →