Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παγκότερμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ανεπίσημο είδος ποδοσφαιρικού αγώνα στον οποίο δεν υπάρχει κανονικός τερματοφύλακας αλλά τα καθήκοντά του αναλαμβάνει περιστασιακά ένας προκαθορισμένος παίκτης όποτε βρίσκεται μέσα στη μεγάλη περιοχή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παγκότερμα < (ίσως) μεσαιωνική ελληνική πάγκος + τέρμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαγκότερμαπαγκοτέρματα
Γενικήπαγκοτέρματοςπαγκοτερμάτων
Αιτιατικήπαγκότερμαπαγκοτέρματα
Κλητικήπαγκότερμαπαγκοτέρματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →