παγοδρομία
•
- αθλητισμόςη κίνηση πάνω στον πάγο με τη χρήση ειδικών πέδιλων (παγοπέδιλο) που έχουν στο πέλμα τους μια κοφτερή ακμή και μπορούν να ολισθαίνουν πάνω σε παγωμένες επιφάνειες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παγοδρομία < πάγ(ος) + -ο- + -δρομία, (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Εislauf
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παγοδρομία | παγοδρομίες |
| Γενική | παγοδρομίας | παγοδρομιών |
| Αιτιατική | παγοδρομία | παγοδρομίες |
| Κλητική | παγοδρομία | παγοδρομίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →