παγοδρομώ
•
- είμαι παγοδρόμος, κάνω παγοδρομία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παγοδρομώ < παγοδρόμος + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παγοδρομώ | παγοδρομείς | παγοδρομεί | παγοδρομούμε | παγοδρομείτε | παγοδρομούν / παγοδρομούνε |
| Παρατατικός | παγοδρομούσα | παγοδρομούσες | παγοδρομούσε | παγοδρομούσαμε | παγοδρομούσατε | παγοδρομούσαν / παγοδρομούσανε |
| Αόριστος | παγοδρόμησα | παγοδρόμησες | παγοδρόμησε | παγοδρομήσαμε | παγοδρομήσατε | παγοδρομήσαν / παγοδρομήσανε / παγοδρόμησαν |
| Μέλλοντας | θα παγοδρομήσω / θα παγοδρομώ | θα παγοδρομήσεις / θα παγοδρομείς | θα παγοδρομήσει / θα παγοδρομεί | θα παγοδρομήσουμε / θα παγοδρομούμε | θα παγοδρομήσετε / θα παγοδρομείτε | θα παγοδρομήσουν / θα παγοδρομήσουνε / θα παγοδρομούν / θα παγοδρομούνε |
| Παρακείμενος | έχω παγοδρομήσει | έχεις παγοδρομήσει | έχει παγοδρομήσει | έχουμε παγοδρομήσει | έχετε παγοδρομήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παγοδρομήσει | είχες παγοδρομήσει | είχε παγοδρομήσει | είχαμε παγοδρομήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παγοδρομήσει / να παγοδρομήσω / να παγοδρομώ | να έχεις παγοδρομήσει / να παγοδρομήσεις / να παγοδρομείς | να έχει παγοδρομήσει / να παγοδρομήσει / να παγοδρομεί | να έχουμε παγοδρομήσει / να παγοδρομήσουμε / να παγοδρομούμε | να έχετε παγοδρομήσει / να παγοδρομήσετε / να παγοδρομείτε | να παγοδρομήσουν / να παγοδρομήσουνε / να παγοδρομούν / να παγοδρομούνε |
| Προστακτική | — | παγοδρόμει / παγοδρόμησε | — | — | παγοδρομήστε / παγοδρομείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →