παγοθραυστικό
•
- πλοίο με ενισχυμένη πλώρη, κατάλληλο για να ανοίγει δίαυλο για τα άλλα πλοία στις αρκτικές περιοχές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παγοθραυστικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου παγοθραυστικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παγοθραυστικό | παγοθραυστικά |
| Γενική | παγοθραυστικού | παγοθραυστικών |
| Αιτιατική | παγοθραυστικό | παγοθραυστικά |
| Κλητική | παγοθραυστικό | παγοθραυστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →