παγοκόφτης
•
- εργαλείο ή μηχάνημα για τον τεμαχισμό πάγου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παγοκόφτης < πάγ(ος) + -ο- + κόφτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παγοκόφτης | παγοκόφτες |
| Γενική | παγοκόφτη | παγοκοφτών |
| Αιτιατική | παγοκόφτη | παγοκόφτες |
| Κλητική | παγοκόφτη | παγοκόφτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →