παγωμένος
•
- που έχει παγώσει Βικιλεξικό
- Βγήκανε στον κήπο, κάθησαν στο σκιερό κιόσκι, πάνω στους αφράτους τσιλτέδες. Άναψαν τσιμπούκια. Η δούλα σέρβιρε σε μπακιρένια τάσια χοσάφι παγωμένο μέ χιόνι τοῦ Μπόζ ντάγ. Τό κουτάλιζαν κουβεντιάζοντας. (Τάσος Αθανασιάδης, Τα παιδιά της Νιόβης, μυθιστόρημα, τόμος 2, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.δ. Κολλάρου, 1988)
- για ζωντανό οργανισμόπου έχει παγώσει Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου έχει παγώσει Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου έχει παγώσει Βικιλεξικό
- Οι σχέσεις των δύο πολιτικών εδώ και μήνες φέρονται να είναι παγωμένες. (από ιστοσελίδα)
- που χαρακτηρίζεται από πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, πολύ κρύος Βικιλεξικό
- Ο παγωμένος χειμώνας του 19.
Ετυμολογία
παγωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παγώνω.
Άλλοι τύποι
παγωμέναπαγωμένεπαγωμένεςπαγωμένηπαγωμένηςπαγωμένοπαγωμένοιπαγωμένοςπαγωμένουπαγωμένουςπαγωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →