παγωτατζίδικο
•
- το κατάστημα του παλιατζή ή το μέρος όπου πουλιούνται παγωτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παγωτατζίδικο < παγωτατζής + -ίδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παγωτατζίδικο | παγωτατζίδικα |
| Γενική | παγωτατζίδικου | παγωτατζίδικων |
| Αιτιατική | παγωτατζίδικο | παγωτατζίδικα |
| Κλητική | παγωτατζίδικο | παγωτατζίδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →